Ο φίλος μου, ο Τζιμάκος ο Πανούσης

Στις παραστάσεις μετά το πρώτο ισχαιμικό, πριν από 15 – 20 χρόνια, ο σαρωτικός αυτοσαρκασμός του επέβαλε στο κοινό να περάσει μέσα από ένα μεγάλο αντίσκηνο στην είσοδο, που έγραφε «σκηνή 1η, η καρδιά του καλλιτέχνη».

13
Ιανουαρίου / 2018

επέβαλε στο κοινό να περάσει μέσα από ένα μεγάλο αντίσκηνο στην είσοδο, που έγραφε «σκηνή 1η, η καρδιά του καλλιτέχνη». 

Αργότερα μετά μια δύσκολη ανάλογη περιπέτεια εγκεφαλικού, η κυριακάτικη εκπομπή του στο ραδιόφωνο του Σκάι άνοιγε με τον επικό και βαρύ ύμνο της ΕΣΣΔ, λίγο πριν ακουστεί η παιχνιδιάρικη φωνή του Τζιμάκου «εδώ… Τρεμλίνο»!
Στον πυρήνα της γοητευτικής προσωπικότητας του υπήρξε πάντοτε η αμφισβήτηση κάθε κατεστημένης κατάστασης. Αυτή σε πρώτη ανάγνωση ήταν ευρύτατα αντιληπτή στο παιγνίδισμα των λέξεων, στην προκλητική ανατρεπτικότητα, που γεφύρωνε το ήθος των Μπίτνικς με εκείνο των Χίπις, της αβαν γκαρντ κουλτούρας έως και την πανκ έκφραση. Κι όλα αυτά σε μια σύγχρονη, αυθεντική, αριστοφανική ανασύνθεση. Κλασική μα και μοντέρνα, αρχετυπική όσο και καινοτόμα.
Και για να μη χάσουν οι λέξεις το νόημά τους σαρωμένες από το ωστικό κύμα της θλίψης, ο Τζιμάκος διάβασε αμέσως πόσο κατεστημένο είχε ήδη γίνει το απωθημένο της ρεβάνς της «μεγάλης δημοκρατικής παράταξης», των κομμουνιστών συμπεριλαμβανομένων, στη δεκαετία του ’80.

Όταν σχεδόν όλοι πανηγύριζαν την «έφοδο του λαού στο προσκήνιο», πιστεύοντας ότι επιτέλους έφτασε η ώρα να τους ξεπληρώσει η ιστορία όσα είχαν τραβήξει, ο Τζιμάκος με τρυφερότητα και προκλητική ευθύτητα σάρκαζε την προφανή αδυναμία μιας τέτοιας επιδίωξης να μη γίνει σαν τα μούτρα τους. Σάρκαζε τη δήθεν προοδευτική φόρμα και τους επαγγελματίες προοδευτικούς, αποκαθήλωνε τα σύμβολα, απομυθοποιούσε με πάθος. Προειδοποιούσε με κάθε τρόπο για την απειλή της μετάλλαξης του ριζοσπαστικού σε κατεστημένο, αποκαλύπτοντας συχνά και τον τρόπο που γίνεται αυτό, εκεί που δεν το περιμένεις.

Ο Τζιμάκος μετάλαβε όλων των ιερών κειμένων από την ατομική ψυχολογία στην πούρα, ριζοσπαστική κοινωνιολογία. Βούτηξε στα καθαρά νερά αλλά και τον ελώδη βυθό της ιστορίας και μας είπε, στεντορεία τη φωνή, συχνά και εμμέτρως, και πάντως ευθαρσώς, τη γνώμη του.

Συναντήθηκε στην αφαιρετική, ούτως ή άλλως, συνείδησή μας με τους μύθους του συγχωρεμένου Νίκου Νικολαΐδη, έθρεψε την αυτοπεποίθησή μας με τον πιο αιρετικό τρόπο, ξεκαρδιστήκαμε έκπληκτοι από τις ανατροπές στον λόγο του, βουρκώσαμε από το συναίσθημα που ξεχείλιζε σαν λυγμός στα καλά καθούμενα.
Με τον Τζιμάκο είμαστε φίλοι από πολύ παλιά, μόνον που αυτό δεν θα το μάθει ποτέ. Κι είναι από ‘κείνες τις φιλίες, ξέρετε, που δεν τις σβήνει ο θάνατος…

ΓΙΩΡΓΟΣ ΚΑΤΣΑΪΤΗΣ