Πώς από βαλτώδης περιοχή τα Σύβοτα μεταπολεμικά, έγιναν διεθνής τουριστικός προορισμός

Διαφημίζονται στην Ελλάδα και στο εξωτερικό τα Σύβοτα ως ιδανικός τουριστικός προορισμός. Και είναι και μάλιστα κοσμοπολίτικος.

28
Ιουνίου / 2019

Τα μεταπολεμικά χρόνια, όμως, ήταν μια βαλτώδης περιοχή, που κάποιοι, μετά τη φυγή των Μουσουλμάνων "Τσάμηδων" έπαιρναν κλήρους και αρνούνταν να τους δεχτούν, γιατί τους ενοχλούσαν τα "κουνούπια" και δεν έβλεπαν καμία δυνοτότητα ανάπτυξης.
Οι διορατικοί, όμως, που κατάλαβαν τον πλούτο του χωριού δίπλα στη θάλασσα, και τους κλήρους δέχτηκαν και άρχισαν να κτίζουν κατοικίες και αργότερα ενοικιαζόμενα, ενώ έγιναν μεγάλα ξενοδοχεία και αξιοποιήθηκαν οι παραλίες. Τα Σύβοτα, όπως και η υπόλοιπη Θεσπρωτία περιήλθαν στην Ελλάδα κατά την περίοδο των Βαλκανικών Πολέμων του 1912 - 1913, ενώ το 1933 αναφέρεται σε έκθεση του επάρχου Θυάμιδος ως μια από τις αμιγείς μουσουλμανικές κοινότητες.
Μερικά χρόνια αργότερα, το 1940, εμφανιζόταν ως μικτό χωριό με μεγάλη μουσουλμανική πλειοψηφία.Κατά τη διάρκεια του Ελληνοϊταλικού Πολέμου υπέστη καταστροφές από ομάδες Τσάμηδων ενόπλων, που πολεμούσαν στο πλευρό του ιταλικού στρατού. Βέβαια, τα Σύβοτα, έχουν μακραίωνη ιστορία. Στα νερά της ευρύτερης περιοχής, το 433 π.Χ. έγινε η Ναυμαχία των Συβότων, μεταξύ των Κορινθίων και Κερκυραίων, στο πλαίσιο του Πελοποννησιακού πολέμου.
Ο οικισμός, επί τουρκοκρατίας ονομαζόταν Βώλια ενώ το 1927 μετονομάστηκε σε Μούρτο, ονομασία που διατηρήθηκε μέχρι το1940, όταν, το χωριό έλαβε το σημερινό του όνομα. Κατά τη διάρκεια της Ελληνικής Επανάστασης το λιμάνι των Συβότων χρησιμοποιήθηκε ως οθωμανική ναυτική βάση. Τον Ιούνιο του 1822, δύναμη 500 επαναστατών υπό την αρχηγία του Κυριακούλη Μαυρομιχάλη, επιτέθηκε στο λιμάνι αιχμαλωτίζοντας 150 Οθωμανούς, οι οποίοι στάλθηκαν ως αιχμάλωτοι στην Πελοπόννησο. Ύστερα από απαίτηση Άγγλων αξιωματικών από τα γειτονικά Επτάνησα, οι επαναστάτες αναγκάστηκαν να αποχωρήσουν από τη συγκεκριμένη θαλάσσια περιοχή και να αποβιβαστούν στην Σπλάντζα κοντά στο Φανάρι, σε απόσταση 7 ωρών από το Σούλι.