Η Ελλάδα στη δίνη του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου

Ο Πανηγυρικός Λόγος της 28ης Οκτωβρίου 2019, του ιστορικού Δημήτρη Κ. Ζυμάρη, στον Ι. Μητροπολιτικό Ναό Κερκύρας

01
Νοεμβρίου / 2019

Στα τέλη του 1930 η Ελλάδα προσπαθούσε ακόμη να επουλώσει τις βαθιές πληγές της Μικρασιατικής Καταστροφής. Όμως, η διεθνής οικονομική ύφεση, η πολιτική αστάθεια, η δικτατορία του Μεταξά και οι επεκτατικές βλέψεις των γειτόνων μας, περιέπλεκαν ιδιαίτερα τις συνθήκες εκείνης της εποχής.
Κορύφωση του δράματος, η εμπλοκή της πατρίδας μας στη δίνη του αγριότερου και φονικότερου πολέμου, που άφησε πίσω του δεκάδες εκατομμύρια νεκρούς και μια Ευρώπη ερειπωμένη.
Και παρότι η χώρα μας, για ένα διάστημα προσπάθησε να διατηρήσει την ουδετερότητά της, τελικώς συνδέθηκε με το άρμα της Αγγλίας, εναντίον της ναζιστικής Γερμανίας, χωρίς όμως να εξασφαλίσει εξ αρχής στρατιωτική βοήθεια από τη βρετανική κυβέρνηση.

Έτσι, οι Έλληνες αναγκάστηκαν να οργανώσουν μόνοι την άμυνά τους, περιμένοντας την Ιταλική επίθεση, που τελικά ήρθε τα ξημερώματα της 28ης Οκτωβρίου του 1940, ακριβώς σαν σήμερα, πριν από 79 χρόνια.
Αν και ο ελληνοιταλικός πόλεμος στα πλαίσια της παγκόσμιας σύρραξης, θεωρήθηκε στο ξεκίνημά του ως ένα επεισόδιο ήσσονος σημασίας, με προδιαγεγραμμένο μάλιστα τέλος υπέρ της φασιστικής Ιταλίας, σύντομα αναδείχτηκε σε μείζον ευρωπαϊκό γεγονός για δυο κυρίως λόγους:
Αφενός διότι ενεπλάκησαν οι δυο ισχυροί αντίπαλοι, Αγγλία και Γερμανία, κυρίως όμως, επειδή πολύ γρήγορα επέδρασε καταλυτικά στις συνειδήσεις των πολιτών της μαχόμενης Ευρώπης.

Είναι γνωστός, βέβαια, ο άνανδρος ιταλικός αιφνιδιασμός με τους σχεδόν καθημερινούς βομβαρδισμούς ελληνικών πόλεων, και κυρίως της ανοχύρωτης πόλης της Κέρκυρας, η οποία πλήρωσε βαρύτατο το τίμημα, με εκατοντάδες νεκρούς στον άμαχο πληθυσμό κι εκτεταμένες καταστροφές.
Γνωστή είναι επίσης και η ηρωική αυτοθυσία του λεγόμενου λόχου Λαντζίδη, αποτελούμενου από 200 περίπου Κερκυραίους εθελοντές, που εγκλωβίστηκαν στον όρμο της Σαγιάδας κι αποδεκατίστηκαν από τις Ιταλικές δυνάμεις, θυσία αξετίμητη, κι εκείνοι, μαζί με τους χιλιάδες ακόμη νέους της πατρίδας μας, που έπεσαν στο πεδίο της μάχης, τοις κείνων ρήμασι πειθόμενοι.

Αλλά, περισσότερο γνωστές είναι οι ανέλπιστες νίκες και η θριαμβευτική προέλαση του στρατού μας, που ουσιαστικά οδήγησε στην πρώτη πραγματική ήττα τις επιτιθέμενες χερσαίες δυνάμεις του άξονα, από την έναρξη του πολέμου.
Έτσι, ο άνισος αυτός πόλεμος, ή το ελληνικό παράδειγμα, όπως αποκαλούταν τότε, πολύ σύντομα έδωσε θάρρος στους χειμαζόμενους λαούς, και κρυσταλλώθηκε στην παγκόσμια κοινή γνώμη ως ο θανάσιμος αγώνας ενός καταπιεσμένου λαού, ο οποίος, παρά τα εσωτερικά του προβλήματα, πολέμησε με γενναιότητα και αυταπάρνηση για την πατρίδα του, την τιμή και την αξιοπρέπειά του, υπερασπιζόμενος τα υψηλά ιδανικά του πολιτισμένου κόσμου. Υπερασπιζόμενος τα δικαιώματα των ελεύθερων ανθρώπων, που τότε απειλούνταν από τον τερατώδη ολοκληρωτισμό, την ιδεολογία εκείνη που κέρδιζε ολοένα και μεγαλύτερο έδαφος, αποθεώνοντας την ωμή βία, την αυθαιρεσία των ισχυρών, την προδοσία και τη μισαλλοδοξία.

Μια ιδεολογία που, δυστυχώς, καί στις μέρες μας, καραδοκεί, υπενθυμίζοντάς μας ότι δεν πρέπει να εφησυχάζουμε αλλά να την αντιμετωπίσουμε ριζικά και θαρραλέα.
Η συνέχεια του πολέμου, γνωστή. Ακολούθησε η αποτυχημένη εαρινή αντεπίθεση της Ιταλίας, η έμπρακτη -αν και περιορισμένη- υποστήριξη της Αγγλίας και η κεραυνοβόλος επίθεση της Γερμανίας.

Υπό το τεράστιο βάρος της πολλαπλής επίθεσης, επήλθε η κατάρρευση του μετώπου, η διάλυση μεγάλου τμήματος του στρατού, η διαφυγή του βασιλιά και της διορισμένης από εκείνον ανίσχυρης Κυβέρνησης, η Συνθηκολόγηση.
Στις 27 Απριλίου του ‘41 υψώθηκε ο αγκυλωτός σταυρός στην Ακρόπολη. Η Κρήτη, κράτησε ηρωικά έναν ακόμη μήνα, συμβάλλοντας στην περεταίρω αναβολή των γερμανικών σχεδίων…
Γιατί η μεγαλειώδης αντίσταση των Ελλήνων, εκτός από όλα τα άλλα, συνέβαλε καθοριστικά στην εδραίωση της Αγγλίας στην Αφρική και την Εγγύς Ανατολή, καθώς και στην καθυστέρηση της ναζιστικής επίθεσης στη Ρωσία.

Η Ελλάδα, όμως, πλήρωσε ακριβό το τίμημα του αγώνα της. Μετά από εφτά μήνες πολέμου, βρισκόταν πια σε δεινή κατάσταση, υπό τριπλή κατοχή (γερμανική, ιταλική και βουλγαρική), με εξαρθρωμένη οικονομία, με χιλιάδες ανάπηρους και θύματα πολέμου χωρίς καμιά ελπίδα κρατικής περίθαλψης και με τον πληθυσμό κυριολεκτικά να λιμοκτονεί. Ακολούθησε η γενική λεηλασία της χώρας, τα αναγκαστικά δάνεια και η αφαίμαξη κάθε παραγωγικής δύναμης που οδήγησαν σε ανυπολόγιστη οικονομική καταστροφή.
Μέχρι τον Σεπτέμβρη του ’43, το μεγαλύτερο τμήμα της χώρας βρισκόταν υπό Ιταλική κατοχή. Στα Εφτάνησα, μάλιστα, η φασιστική Ιταλία, προσπάθησε να επιβάλει το στυγνό καθεστώς των Isole Ionie, με απροκάλυπτο σκοπό την προσάρτησή των νησιών μας.

Όμως, η μεταστροφή της Ιταλικής πολιτικής, άλλαξε τα δεδομένα. Και παρότι, λόγω των Ιταλικών χειρισμών, η Κέρκυρα μαρτύρησε από τους ναζιστικούς βομβαρδισμούς -που έχουν αφήσει ακόμα το θλιβερό αποτύπωμά τους στην πόλη μας- ο λαός μας δεν δίστασε να δείξει το φιλόξενο πρόσωπό του, αφού πολλοί Έλληνες με κίνδυνο της ζωής τους, προστάτευσαν τους πρώην κατακτητές τους, για να τους σώσουν από βέβαιο θάνατο…

Στο μεταξύ, σ’ ολόκληρη την επικράτεια, είχαν αναπτυχθεί δραστήριες αντιστασιακές οργανώσεις, που επέδρασαν καθοριστικά στη διατήρηση του ακμαίου αγωνιστικού φρονήματος, προβαίνοντας μάλιστα σε παράτολμες ηρωικές ενέργειες. Τα αντίποινα των κατακτητών απάνθρωπα, με εκατοντάδες τόπους μαρτυρίου. Καλάβρυτα, Κάνδανος, Δίστομο και πολλά ακόμη…
Ενδεικτικά, μόνον κατά το 1944, εκτελέστηκαν από τους Γερμανούς 25.000 πατριώτες, ενώ συνολικά οι νεκροί μας αυτά τα τέσσερα μαύρα χρόνια, από μάχες, εκτελέσεις και πείνα, έφτασαν τις 475.000…

Μια ακόμη τραγική σελίδα εκείνης της περιόδου υπήρξε η γενοκτονία των Ελλήνων Εβραίων. Από τους 73.000 αδελφούς μας που ζούσαν στην Ελλάδα το 1940, μόνο το 15% κατόρθωσε να ξεφύγει τα κρεματόρια. Εκτός από τους 9.000 που κατόρθωσαν να διαφύγουν στην ελληνική ενδοχώρα και τη Μέση Ανατολή, μόνον 2.000 ψυχές επέστρεψαν από τα ναζιστικά κολαστήρια, ενώ 60.000 εξαϋλώθηκαν, μάρτυρες της πιο παράλογης ναζιστικής βίας…

Κι εδώ, αξίζει να μνημονεύσουμε τη μοναδική σ’ ολόκληρη την Ευρώπη ηρωική διάσωση όλων των μελών της εβραϊκής κοινότητας Ζακύνθου. Όταν ο Γερμανός Διοικητής ζήτησε από τον Μητροπολίτη του νησιού Χρυσόστομο και τον Δήμαρχο Λουκά Καρρέρ, τη λίστα των 275 φοβισμένων ψυχών, εκείνοι του παρέδωσαν μόνον δυο ονόματα: Τα δικά τους. Ταυτόχρονα είχαν φροντίσει να κρυφτούν οι Εβραίοι στην ενδοχώρα του νησιού σε σπίτια των ντόπιων, όπου φιλοξενήθηκαν μέχρι την απελευθέρωση.

Όμως, επειδή -όπως μας διδάσκει ο Σολωμός- το έθνος πρέπει να μάθει να θεωρεί εθνικόν ό,τι είναι Αληθές, ας θυμηθούμε ότι, εκτός από τη συντριπτική πλειοψηφία των αγνών πατριωτών, βρέθηκαν και τότε Εφιάλτες, που πρόδωσαν τον όρκο τους και τους συμπατριώτες τους. Ήταν ελάχιστοι βέβαια, μα ιδιαίτερα επιζήμιοι, καθώς προέκριναν το κοντόφθαλμο ατομικό συμφέρον, αμαυρώνοντας για πάντα την προσωπική τους πορεία και ναρκοθετώντας την πορεία των παιδιών τους.
Εκείνο που δεν λογάριασαν, όμως, εκτός από τις συνέπειες του νόμου, είναι η εκδίκηση της συλλογικής μνήμης, από την οποία κανείς μας δεν μπορεί να ξεφύγει. Γιατί, η καταξίωση στη συλλογική συνείδηση αποτελεί μεγάλο ανεξίτηλο παράσημο, και η απαξίωση, άσβεστη ντροπή.

Ευτυχώς, οι προδότες ήταν τόσοι λίγοι, που το μόνο που πέτυχαν ήταν να διατρανώσουν ακόμη περισσότερο τον ηρωισμό των επτά εκατομμυρίων Ελλήνων. Όλων εκείνων που προτίμησαν τη διαφύλαξη της αξιοπρέπειάς τους και την αυτοθυσία -όποτε έπρεπε- παρά την υποταγή.
Κι ας μην ξεχνάμε ότι οι άνθρωποι εκείνοι, τους οποίους σήμερα τιμούμε, ήταν δικοί μας, συγγενείς μας, απλοί άνθρωποι του μόχθου, αγωνιστές της ζωής και της ελευθερίας.

Όσο για εμάς, ας μην θεωρούμε τη δόξα τους προνόμιό μας, παρά υποχρέωσή μας. Και κυρίως, αυτή η δόξα, ας αποτελεί διαρκή υπόμνηση της δικής μας ευθύνης, να φανούμε αντάξιοι στην υπεράσπιση των ίδιων ιδανικών απέναντι στην πατρίδα μας και απέναντι στους κατατρεγμένους συνανθρώπους μας. Άλλωστε, η αρετή δεν κληρονομείται, αλλά κατακτάται με προσωπικό και συλλογικό αγώνα, εφόσον εναρμονίζουμε τις πράξεις μας στο συλλογικό υγιές ιδανικό του ανθρωπισμού, της ελευθερίας, της δημοκρατίας και της δικαιοσύνης.
Ας είμαστε λοιπόν πάντοτε σε πνευματική και ψυχική εγρήγορση να αντιμετωπίζουμε κάθε κίνδυνο, που σήμερα ίσως είναι λιγότερο ορατός, αλλά μπορεί να αποβεί το ίδιο ή και περισσότερο επιζήμιος.
Το οφείλουμε στη μνήμη όσων θυσιάστηκαν, το οφείλουμε στους εαυτούς μας, το οφείλουμε στα παιδιά μας, στο μέλλον του Τόπου!