Carmina Burana: Λίγα λόγια για το έργο της συναυλίας που αναβλήθηκε
Carmina Burana ονομάστηκε κατά τον 19ο αιώνα μια συλλογή 254 μεσαιωνικών ποιημάτων και τραγουδιών που είχαν βρεθεί στην κατοχή Βαυαρών Βενεδικτίνων μοναχών περίπου έξι αιώνες νωρίτερα (σήμερα φυλάσσονται στην Κρατική Βιβλιοθήκη της Βαυαρίας στο Μόναχο).
ΚΕΡΚΥΡΑ. Μπορεί η παρουσίαση του εμβληματικού έργου Carmina Burana, σε συμπαραγωγή της Συμφωνικής Ορχήστρας Επτανήσων και του Ιονίου Ωδείου (για τη συμπλήρωση 30 ετών από την ίδρυσή του), να αναβλήθηκε για το επόμενο Καλοκαίρι, η συμπλήρωση ωστόσο ακριβώς 90 ετών από την ολοκλήρωση της αρχικής σύνθεσης από τον Carl Orff, αλλά και 70 ετών από την δεύτερη εκδοχή του, μας δίνει μια καλή ευκαιρία για μια σύντομη αναφορά σε αυτό.

Carmina Burana ονομάστηκε κατά τον 19ο αιώνα μια συλλογή 254 μεσαιωνικών ποιημάτων και τραγουδιών που είχαν βρεθεί στην κατοχή Βαυαρών Βενεδικτίνων μοναχών περίπου έξι αιώνες νωρίτερα (σήμερα φυλάσσονται στην Κρατική Βιβλιοθήκη της Βαυαρίας στο Μόναχο). Τα περισσότερα εξ αυτών είναι γραμμένα στα λατινικά, ενώ κάποια άλλα σε παλαιές γερμανικές και γαλλικές διαλέκτους. Η θεματολογία τους ποικίλει, περιλαμβάνοντας ποιητικά κείμενα άλλοτε με θρησκευτικό και υμνολογικό περιεχόμενο κι άλλοτε με θέμα τον έρωτα και τη διασκέδαση. Το αρκετά τολμηρό ύφος και η δημώδης φρασεολογία που συχνά περιέχεται σε αυτά, θεωρείται από πολλούς μελετητές ότι είχε σκοπό να καυτηριάσει τον συντηρητισμό της τότε Ρωμαιοκαθολικής Εκκλησίας.
Ο Γερμανός συνθέτης Carl Orff (1895 – 1982, γνωστός και για το σημαντικό μουσικοπαιδαγωγικό του έργο) πρωτοήρθε τυχαία σε επαφή με τα εν λόγω ποιήματα το 1934. Γοητευμένος από το περιεχόμενό τους, επέλεξε 24 εξ αυτών για να τα μελοποιήσει ξεκινώντας τη σύνθεση την αμέσως επόμενη χρονιά. Το 1936 την ολοκλήρωσε, παρουσιάζοντας την σκηνική καντάτα Carmina Burana η οποία αποτελείται από το εισαγωγικό τμήμα, τρία κυρίως μέρη (χωρισμένα με βάση την θεματολογία: «Για την Άνοιξη», «Στην ταβέρνα», «Η αυλή της Αγάπης») και την μουσική κατακλείδα.

Το έργο είναι γραμμένο για πλήρη ορχήστρα, διπλή μικτή χορωδία, παιδική χορωδία και τρεις soloists. Χρησιμοποιεί σύγχρονες συνθετικές και ενορχηστρωτικές πρακτικές, έξοχα συνδυασμένες με στοιχεία παλαιότερων μουσικών περιόδων (π.χ. μελωδικά μοτίβα τροπικού στυλ). Η μουσική υφή ποικίλει ανάμεσα στα διάφορα σημεία του έργου, κρατώντας διαρκώς την προσοχή του ακροατή, κινούμενη ανάμεσα σε τρυφερές λυρικές μελωδίες και μέρη εντυπωσιακής δυναμικής. Χαρακτηριστικότερο, ίσως, μέρος της καντάτας είναι το ιδιαίτερα πομπώδες «O Fortuna», που χρησιμοποιείται τόσο στο εναρκτήριο, όσο και στο καταληκτικό τμήμα της.
Η πρεμιέρα του έργου έγινε στην Όπερα της Φρανκφούρτης, στις 8 Ιουνίου του 1937, υπό τη διεύθυνση του Bertil Wetzelsberger (1892 – 1967). Λίγο αργότερα το έργο εκδόθηκε από τον Οίκο Schott. Παρά το αρχικό άγχος του Orff για την αντιμετώπιση που θα τύγχανε το έργο του (κυρίως λόγω του ερωτικού περιεχομένου κάποιων στίχων, αλλά και των συνθετικών νεωτερισμών του) από την αυστηρή λογοκρισία του Ναζιστικού καθεστώς που βρισκόταν στην εξουσία στην Γερμανία ήδη από το 1933, τελικά κέρδισε την εύνοιά του, προφανώς λόγω και της θερμότατης υποδοχής που του επιφύλαξε το κοινό.
Το 1956 ο Orff, σε συνεργασία με τον συνθέτη και μαέστρο Wilhelm Killmayer (1927 – 2017), παρουσίασαν μία δεύτερη εκδοχή του έργου, όπου το μέρος της ορχήστρας είχε αντικατασταθεί από δύο πιάνα και εξαμελές σύνολο κρουστών.
Έκτοτε ακολούθησαν και άλλες διασκευές της καντάτας από τρίτους, ενώ αποσπάσματα του έργου χρησιμοποιήθηκαν κατά καιρούς από την τηλεόραση και τον κινηματογράφο, έως μουσική υπόκρουση σε διαφημίσεις και προεκλογικές κομματικές εκδηλώσεις.
Η ποιότητα και η δημοφιλία του το έχει κατατάξει ανάμεσα στις σπουδαιότερες συνθέσεις του 20ού αιώνα και σίγουρα στην της εργογραφίας του Orff.
ΓΕΡΑΣΙΜΟΣ ΜΑΡΤΙΝΗΣ
Γεννήθηκε στην Κέρκυρα το 1988. Είναι υποψήφιος διδάκτορας του Τμήματος Μουσικών Σπουδών του Ιονίου Πανεπιστημίου, στην Ιστορική Μουσικολογία. Ανακοινώσεις του έχουν παρουσιαστεί σε επιστημονικά συνέδρια στην Ελλάδα και το εξωτερικό, ενώ κείμενά του έχουν δημοσιευτεί σε εφημερίδες και περιοδικά μουσικολογικού και ιστορικού περιεχομένου. Ως μουσικολόγος έχει συνεργαστεί με φορείς όπως το Ιόνιο Πανεπιστήμιο, το Μέγαρο Μουσικής Αθηνών κ.ά. Διδάσκει στο Ωδείο Κερκύρας και είναι υπεύθυνος του Αρχείου της Φιλαρμονικής Εταιρίας «Μάντζαρος».

