Δευτέρα 10.08.2026 ΚΕΡΚΥΡΑ

«Την αλήθεια, ρε, την αλήθεια» — Αντίο στον Νίκο Καλογερόπουλο

Ο Νίκος Καλογερόπουλος, μια από τις πιο αυθεντικές και λαϊκές φυσιογνωμίες του ελληνικού κινηματογράφου. Από το Μάθε παιδί μου γράμματα και το Ρεμπέτικο μέχρι τη Λούφα και Παραλλαγή, άφησε πίσω του ρόλους, βλέμματα και ατάκες που πέρασαν στη συλλογική μνήμη. ΑΡΧΕΙΟΥ.
ΠΕΝΘΟΣ
10 Αυγούστου 2026 / 08:56
ΓΙΩΡΓΟΣ ΚΑΤΣΑΪΤΗΣ

Μια κραυγή θυμού, απόγνωσης και μαζί απαίτησης. Για την αλήθεια που κρύβουμε, που στρογγυλεύουμε, που προσαρμόζουμε στις ανάγκες μας. Για την αλήθεια που, όταν επιτέλους ειπωθεί, πονάει.

Τον θυμάμαι στο φινάλε της ταινίας του Θόδωρου Μαραγκού, Μάθε παιδί μου γράμματα. Να κραυγάζει: «Την αλήθεια, ρε, την αλήθεια».

Με στοίχειωσε.

Όχι μονάχα η φράση. Ο τρόπος που την έλεγε. Σαν να μην ήταν ατάκα γραμμένη για μια ταινία, αλλά κάτι που είχε μαζευτεί χρόνια μέσα του και κάποια στιγμή έπρεπε να βγει. Μια κραυγή θυμού, απόγνωσης και μαζί απαίτησης. Για την αλήθεια που κρύβουμε, που στρογγυλεύουμε, που προσαρμόζουμε στις ανάγκες μας. Για την αλήθεια που, όταν επιτέλους ειπωθεί, πονάει.

Έτσι θυμάμαι τον Νίκο Καλογερόπουλο. Με εκείνη την τραχιά, λαϊκή αμεσότητα που δεν χρειαζόταν στολίδια. Με το πρόσωπο και τη φωνή ενός ανθρώπου που μπορούσε να γίνει μέσα σε μια στιγμή σκληρός και ευάλωτος, θυμωμένος και τρυφερός, αστείος και βαθιά μελαγχολικός.

Ήταν από εκείνους τους ηθοποιούς που δεν έμοιαζαν να «παίζουν» τον απλό άνθρωπο. Τον κουβαλούσαν επάνω τους. Κάτι από την αυλή, το καφενείο, το συνεργείο, το χωράφι, τη γειτονιά. Από εκείνους που η ελληνική οθόνη τούς αναγνωρίζει πριν ακόμη μάθει το όνομά τους.

Και γι' αυτό οι ρόλοι του έμεναν.

Από το Θανάση, σφίξε κι άλλο το ζωνάρι και κυρίως το Μάθε παιδί μου γράμματα, στις αρχές της δεκαετίας του ’80, μέχρι την Άρπα Colla του Νίκου Περάκη και το Ρεμπέτικο του Κώστα Φέρρη, ο Καλογερόπουλος βρέθηκε μέσα σε μια από τις πιο δημιουργικές περιόδους του νεότερου ελληνικού κινηματογράφου.

Κι ύστερα ήρθε η Λούφα και Παραλλαγή. Ο «Παπαδόπουλος» του Νίκου Περάκη έγινε ένας από εκείνους τους κινηματογραφικούς χαρακτήρες που ξεφεύγουν από την ταινία και περνούν στη συλλογική μνήμη. Η ερμηνεία του τού χάρισε το 1981, ειδικό βραβείο ερμηνείας στο 22o Φεστιβάλ Ελληνικού Κινηματογράφου και επιβεβαίωσε κάτι που το κοινό είχε ήδη καταλάβει: ότι αυτός ο παράξενα οικείος ηθοποιός είχε έναν δικό του τρόπο να μετατρέπει τον καθημερινό άνθρωπο σε πρωταγωνιστή.

Ακολούθησαν το Εν Πλω, το Όνειρο αριστερής νύχτας, αργότερα η Θηλυκή Εταιρεία, το Ένας κι ένας και άλλες κινηματογραφικές δουλειές. Στην τηλεόραση πέρασε από σειρές όπως ο Χριστός ξανασταυρώνεται, η Μεθυσμένη πολιτεία, το Χαίρε Τάσο Καρατάσο, το Όλη η δόξα όλη η χάρη και βεβαίως το Κάμπινγκ, αφήνοντας κι εκεί το χαρακτηριστικό του αποτύπωμα.

Όμως η σχέση του με το σινεμά δεν περιορίστηκε στην υποκριτική. Θέλησε να πει και τις δικές του ιστορίες, να κοιτάξει την ελληνική πραγματικότητα από τη δική του γωνία. Έφτασε έτσι μέχρι τους Ιππείς της Πύλου, περνώντας πίσω από την κάμερα και κουβαλώντας μαζί του την ίδια αγάπη για τους ανθρώπους της περιφέρειας, τους παράξενους, τους παραμερισμένους, εκείνους που σπάνια βρίσκουν θέση στο κέντρο της εικόνας.

Γιατί αυτό υπήρχε σχεδόν πάντα στον Καλογερόπουλο: μια Ελλάδα που δεν ήταν γυαλισμένη. Η Ελλάδα του χωριού και της μικρής πόλης, του καφενείου και του στρατοπέδου, της παρέας, της αριστερής μνήμης και της διάψευσης, του λαϊκού ανθρώπου που μπορεί να γελά δυνατά και λίγο αργότερα να βουρκώσει.

Ίσως γι’ αυτό επιστρέφω πάλι στο Μάθε παιδί μου γράμματα.

Η ταινία του Μαραγκού μιλούσε για την οικογένεια, την εκπαίδευση, την εξουσία, τη μικροπολιτική, τις βεβαιότητες μιας κοινωνίας και τα όνειρα μιας γενιάς που άρχιζαν να τρίζουν. Και μέσα σ’ όλα αυτά, ο Καλογερόπουλος έμοιαζε κάποια στιγμή να μη μιλά πια στον συμπρωταγωνιστή του αλλά σ’ εμάς.

«Την αλήθεια, ρε, την αλήθεια».

Αντίο, Νίκο Καλογερόπουλε.

Εμφανίσεις: 764
ΓΙΩΡΓΟΣ ΚΑΤΣΑΪΤΗΣ

Είναι ο εκδότης - διευθυντής της Ενημέρωσης. Έχει σπουδάσει και εργαστεί ως μηχανικός και ηλεκτρονικός. Δημοσιογραφεί από τις αρχές της δεκαετίας του 1980. Έχει συνεργαστεί με σχεδόν όλες τις αθηναϊκές εφημερίδες. Διετέλεσε πρόεδρος του Συνδέσμου Ημερησίων Περιφερειακών Εφημερίδων, τον οποίον υπηρέτησε και από τη θέση του γενικού γραμματέα στο δ.σ. επί οκτώ χρόνια. Πιστεύει πως η ισχυρότερη ιδιότητα του δημοσιογράφου στην ενημέρωση είναι το ενδιαφέρον του για τα κοινά και στην επικοινωνία η έντιμη και ανιδιοτελής διαμεσολάβηση.