Τετάρτη 03.06.2026 ΚΕΡΚΥΡΑ

«Παλιέ μου φίλε»: Οι αιχμές Ράμα και Τσίπρα πίσω από τις φιλοφρονήσεις για το Ζβέρνετς

Στη σύνοδο του ΝΑΤΟ στις Βρυξέλλες (Ιούλιος 2018) εμφανίζονται στην ίδια επίσημη φωτογραφία ο Τσίπρας και ο Ράμα. Ο Αλέξης Τσίπρας, πρωθυπουργός της Ελλάδας, η Τερέζα Μέι, πρωθυπουργός του Ηνωμένου Βασιλείου, ο Κλάους Βέρνερ Γιοχάνις, πρόεδρος της Ρουμανίας, η Κολίντα Γκράμπαρ-Κιτάροβιτς, πρόεδρος της Κροατίας, και ο Έντι Ράμα, πρωθυπουργός της Αλβανίας. ΦΩΤΟ: Flickr/ΝΑΤΟ.
ΕΠΕΙΣΟΔΙΟ
02 Ιουνίου 2026 / 13:03
ΓΙΩΡΓΟΣ ΚΑΤΣΑΪΤΗΣ

Ο Αλβανός πρωθυπουργός κατηγορεί την ελληνική πλευρά για «αντανακλαστικά του παρελθόντος» και πολιτική εκμετάλλευση, ενώ ο πρώην πρωθυπουργός της Ελλάδας υπενθυμίζει ότι η προστασία των περιουσιακών και μειονοτικών δικαιωμάτων αποτελεί ευρωπαϊκή υποχρέωση της Αλβανίας.

ΚΕΡΚΥΡΑ. Η ανταλλαγή επιστολών μεταξύ του Αλβανού πρωθυπουργού Έντι Ράμα και του επικεφαλής της Ελληνικής Αριστερής Συμπαράταξης Αλέξη Τσίπρα, με αφορμή τα γεγονότα στο Ζβέρνετς της Αυλώνας, εξελίχθηκε σε μια πολιτική αντιπαράθεση με ιδιαίτερο ενδιαφέρον, καθώς και οι δύο πλευρές επικαλούνται τις ίδιες ευρωπαϊκές αξίες — το κράτος δικαίου, τα δικαιώματα των μειονοτήτων και τις σχέσεις καλής γειτονίας — για να υποστηρίξουν αντίθετες θέσεις.

Ο Ράμα άνοιξε τη συζήτηση κατηγορώντας την ΕΛ.Α.Σ. ότι μετέτρεψε ένα «εντελώς μεμονωμένο περιστατικό» σε μείζον πολιτικό ζήτημα, υιοθετώντας, όπως υποστήριξε, μισές αλήθειες και «αντανακλαστικά του παρελθόντος». Η πιο αιχμηρή του αναφορά ήταν ότι ο Τσίπρας επιχειρεί να συσπειρώσει πολιτικούς υποστηρικτές «γύρω από τη σημαία», καταφεύγοντας σε βιαστικά συμπεράσματα για γειτονικές χώρες και τους θεσμούς τους. Παράλληλα, απέρριψε κατηγορηματικά τη σύνδεση του περιστατικού με συστηματική παραβίαση των δικαιωμάτων της Ελληνικής Εθνικής Μειονότητας ή με προβλήματα κράτους δικαίου στην Αλβανία, επιμένοντας ότι οι αλβανικές αρχές αντέδρασαν άμεσα με συλλήψεις, αφαίρεση άδειας της εταιρείας ασφαλείας και αποπομπή του αστυνομικού διευθυντή Αυλώνας.

Η απάντηση του Τσίπρα κινήθηκε σε εξίσου αυστηρό τόνο, αν και διατήρησε το προσωπικό ύφος της φιλικής προσφώνησης. Ο πρώην πρωθυπουργός της Ελλάδας αντέστρεψε την κατηγορία περί εθνικισμού, σημειώνοντας ότι η δική του πολιτική διαδρομή και ιδιαίτερα η Συμφωνία των Πρεσπών δεν επιτρέπουν σε κανέναν να του παραδίδει μαθήματα αντιεθνικισμού ή σύγχρονης Αριστεράς. Η αιχμή ήταν σαφής: ο Τσίπρας υπενθύμισε ότι έχει αναλάβει πολιτικό κόστος για επιλογές συμφιλίωσης στα Βαλκάνια, άρα δεν μπορεί να κατηγορείται για εθνικιστική ρητορική επειδή υπερασπίζεται τα δικαιώματα μιας εθνικής μειονότητας.

Στο κέντρο της διαφωνίας βρίσκεται το ερώτημα αν το περιστατικό στο Ζβέρνετς είναι ένα μεμονωμένο επεισόδιο ή μέρος ενός ευρύτερου προβλήματος. Ο Ράμα επιμένει στο πρώτο, θεωρώντας άδικη και πολιτικά υποκινούμενη κάθε γενίκευση. Ο Τσίπρας, χωρίς να αμφισβητεί τα μέτρα που ελήφθησαν, αφήνει να εννοηθεί ότι η υπόθεση εντάσσεται σε ένα ευρύτερο πλαίσιο ζητημάτων που αφορούν τα περιουσιακά δικαιώματα και τη μεταχείριση της Ελληνικής Εθνικής Μειονότητας, υπενθυμίζοντας ότι τα ζητήματα αυτά συνδέονται άμεσα με την ευρωπαϊκή πορεία της Αλβανίας.

Ο Ράμα ζητεί να μιλούν οι θεσμοί και τα δικαστήρια και όχι οι πολιτικές δηλώσεις από το εξωτερικό. Ο Τσίπρας αντιτείνει ότι ακριβώς ο σεβασμός στο κράτος δικαίου επιβάλλει διαρκή επαγρύπνηση και ότι η προστασία των μειονοτικών και περιουσιακών δικαιωμάτων αποτελεί επίσημο κριτήριο αξιολόγησης της Αλβανίας από την Ευρωπαϊκή Ένωση.

Παρά τους υψηλούς τόνους, και οι δύο κλείνουν τις επιστολές τους με αναφορές στη φιλία τους, στη συνεργασία Ελλάδας και Αλβανίας και στην ευρωπαϊκή προοπτική των Δυτικών Βαλκανίων. Ωστόσο, πίσω από τις φιλοφρονήσεις διακρίνεται μια ουσιαστική πολιτική σύγκρουση: ο Ράμα θεωρεί ότι η ελληνική πλευρά πολιτικοποιεί ένα τοπικό επεισόδιο, ενώ ο Τσίπρας υποστηρίζει ότι η προστασία της μειονότητας και των περιουσιακών δικαιωμάτων δεν μπορεί να αντιμετωπίζεται ως εσωτερική υπόθεση, αλλά ως ευρωπαϊκή υποχρέωση της Αλβανίας.

Εμφανίσεις: 635
ΓΙΩΡΓΟΣ ΚΑΤΣΑΪΤΗΣ

Είναι ο εκδότης - διευθυντής της Ενημέρωσης. Έχει σπουδάσει και εργαστεί ως μηχανικός και ηλεκτρονικός. Δημοσιογραφεί από τις αρχές της δεκαετίας του 1980. Έχει συνεργαστεί με σχεδόν όλες τις αθηναϊκές εφημερίδες. Διετέλεσε πρόεδρος του Συνδέσμου Ημερησίων Περιφερειακών Εφημερίδων, τον οποίον υπηρέτησε και από τη θέση του γενικού γραμματέα στο δ.σ. επί οκτώ χρόνια. Πιστεύει πως η ισχυρότερη ιδιότητα του δημοσιογράφου στην ενημέρωση είναι το ενδιαφέρον του για τα κοινά και στην επικοινωνία η έντιμη και ανιδιοτελής διαμεσολάβηση.