Πέμπτη 13.08.2026 ΚΕΡΚΥΡΑ

Εκεί που συναντιούνται ο Φιντέλ και ο Καζαντζάκης της «Ασκητικής»

Φιντέλ Κάστρο (1926–2016), εκατό χρόνια από τη γέννηση του ηγέτη της Κουβανικής Επανάστασης.
100 ΧΡΟΝΙΑ ΦΙΝΤΕΛ ΚΑΣΤΡΟ
12 Αυγούστου 2026 / 15:41
ΓΙΩΡΓΟΣ ΚΑΤΣΑΪΤΗΣ

Εκατό χρόνια από τη γέννηση του Φιντέλ Κάστρο, μια επιστροφή όχι μόνο στην Κούβα και την Επανάσταση, αλλά σ’ εκείνο το παλιό ερώτημα: τι κάνει έναν άνθρωπο να θεωρήσει δική του μια αδικία που θα μπορούσε απλώς να προσπεράσει;

Τι κάνει έναν άνθρωπο να στραφεί εναντίον μιας πραγματικότητας που ο ίδιος θα μπορούσε να ανεχθεί; Ο Φιντέλ ήταν γιος γαιοκτήμονα και δικηγόρος. Ο Ερνέστο Γκεβάρα, γιατρός από την Αργεντινή, δεν είχε καν κουβανικό λογαριασμό να ξεκαθαρίσει. Ο Καμίλο Σιενφουέγος ερχόταν από άλλη αφετηρία: γιος ράφτη, είχε περάσει από τη Σχολή Καλών Τεχνών, την οποία εγκατέλειψε για άλλους λόγους. Κι όμως, άνθρωποι τόσο διαφορετικοί συναντήθηκαν, μαζί με χιλιάδες άλλους, στην ίδια υπόθεση.

Είναι εύκολο, εκ των υστέρων, να αναζητούμε ως κίνητρο τη φιλοδοξία, την περιπέτεια, την αδρεναλίνη. Προφανώς θα υπήρχαν κι αυτά. Δεν αρκούν, όμως, για να εξηγήσουν γιατί άνθρωποι διαφορετικής καταγωγής και συμφερόντων δέχθηκαν ένα κόστος δυσανάλογο προς οποιοδήποτε βέβαιο προσωπικό όφελος.

 Στις 13 Αυγούστου συμπληρώνονται 100 χρόνια από τη γέννηση του Φιντέλ Κάστρο. Για τη σημερινή Κούβα, που δοκιμάζεται από βαθιά οικονομική κρίση, ελλείψεις και διακοπές ηλεκτροδότησης, η επέτειος δεν αποτελεί απλώς αφορμή ιστορικής αναδρομής. Η μνήμη του Φιντέλ επιστρατεύεται ξανά ως στοιχείο συνοχής, αντοχής και διεθνούς αλληλεγγύης. Μόνο που, έναν αιώνα μετά τη γέννησή του, η επέτειος προσφέρεται όχι μόνο για την ανάκληση όσων η Κουβανική Επανάσταση κατόρθωσε, αλλά και για την αναμέτρηση με τις εκκρεμότητες της μακράς διαδρομής της.

Ποιος ήταν

Ο Φιντέλ Αλεχάντρο Κάστρο Ρους γεννήθηκε στις 13 Αυγούστου 1926 στο Μπιράν της ανατολικής Κούβας.

Ο Άνχελ Κάστρο Αργκίς, πατέρας του Φιντέλ, γεννήθηκε στο Λανκάρα της Γαλικίας, πήγε στην Κούβα νέος —είχε προηγουμένως βρεθεί εκεί ως Ισπανός στρατιώτης— και τελικά εγκαταστάθηκε μόνιμα. Δούλεψε αρχικά ως αγρότης και κατόρθωσε σταδιακά να αποκτήσει γη και σημαντική περιουσία στο Μπιράν. 

Οι γονείς του Φιντέλ Κάστρο.

Ο άνθρωπος που θα γινόταν το σύμβολο της κουβανικής ανεξαρτησίας απέναντι στην ξένη κυριαρχία ήταν γιος οικονομικού μετανάστη. Και μάλιστα ενός μετανάστη που πραγματοποίησε το κλασικό όνειρο της εποχής: έφυγε φτωχός από την ευρωπαϊκή περιφέρεια και έγινε εύπορος γαιοκτήμονας στην Κούβα.

Ο Φιντέλ Κάστρο φοιτητής «κρούει τον κώδωνα» αντικυβερνητικής διαδήλωσης.

Τρεις σταθμοί φαίνεται να διαμορφώνουν τον νεαρό Φιντέλ. Στο Μπιράν μεγαλώνει μέσα στην ευμάρεια της πατρικής γαιοκτησίας, αλλά δίπλα στη φτώχεια των εργατών γης, ανάμεσά τους πολλοί Αϊτινοί μετανάστες — μια αντίθεση που ο ίδιος αργότερα ανακαλούσε ως καθοριστική. Στο Πανεπιστήμιο της Αβάνας, από το 1945, πολιτικοποιείται μέσα σε ένα βίαιο περιβάλλον, όπου συναντώνται αντιδικτατορικά, εθνικιστικά και αντιιμπεριαλιστικά ρεύματα· ο Χοσέ Μαρτί αποτελεί ήδη βασική αναφορά του, πολύ πριν από τον μαρξισμό. Και το 1948, στα 21 του, βρίσκεται στην Μπογκοτά για φοιτητικό συνέδριο, όταν δολοφονείται ο Χόρχε Ελιέσερ Γκαϊτάν και ξεσπά το Bogotazo, η αιματηρή λαϊκή εξέγερση που συγκλόνισε την κολομβιανή πρωτεύουσα.

Η καθοριστική τομή έρχεται στις 10 Μαρτίου 1952. Ο ήδη πολιτικοποιημένος Κάστρο, που επιδίωκε κοινοβουλευτική σταδιοδρομία με το Partido Ortodoxo, το ριζοσπαστικό, εθνικοδημοκρατικό Κόμμα του Κουβανικού Λαού, βλέπει το πραξικόπημα του Μπατίστα να καταλύει τη συνταγματική τάξη. Δεν αλλάζει τόσο ο σκοπός όσο η μέθοδος: από την πολιτική δράση περνά στην ένοπλη ανατροπή.

Στις 26 Ιουλίου 1953 ο Φιντέλ ηγήθηκε της αποτυχημένης επίθεσης στους στρατώνες Μονκάδα, εναντίον της δικτατορίας του Φουλχένσιο Μπατίστα. Συνελήφθη, φυλακίστηκε και στη δίκη του εκφώνησε την περίφημη απολογία που έμεινε στην Ιστορία με τον τίτλο «Η Ιστορία θα με δικαιώσει».

Η εμπειρία της Κολομβίας για τον Φιντέλ μοιάζει με εκείνη του Γκεβάρα στη Γουατεμάλα. Ο Γκεβάρα βρίσκεται εκεί όταν η κυβέρνηση του Χακόμπο Άρμπενς Γκουσμάν ανατρέπεται το 1954 με την επιχείρηση που οργάνωσε η CIA. Βλέπει μια κυβέρνηση που επιχειρεί αγροτική μεταρρύθμιση να καταρρέει υπό εξωτερική επέμβαση. Από εκεί φαίνεται να ενισχύεται η πεποίθησή του ότι οι κοινωνικές μεταρρυθμίσεις δεν μπορούν να επιβιώσουν μόνο με τη θεσμική νομιμότητα όταν συγκρούονται με ισχυρά συμφέροντα.

Και μετά συμβαίνει το σχεδόν μυθιστορηματικό: οι δύο αυτές ξεχωριστές λατινοαμερικανικές εμπειρίες συναντιούνται στο Μεξικό το 1955. Ο ένας κουβαλά Μπογκοτά, Μπατίστα και Μονκάδα· ο άλλος το ταξίδι στη Λατινική Αμερική και, κυρίως, τη Γουατεμάλα. Εκεί ο Φιντέλ, με τον αδελφό του Ραούλ, τον Ερνέστο «Τσε» Γκεβάρα και άλλους επαναστάτες, οργάνωσε την επιστροφή στην Κούβα με το Granma. Ο ανταρτοπόλεμος στη Σιέρα Μαέστρα κατέληξε στην κατάρρευση του καθεστώτος Μπατίστα και στη νίκη της Επανάστασης, την 1η Ιανουαρίου 1959.

 Αβάνα, 5 Μαρτίου 1960. Ο Φιντέλ Κάστρο στην πορεία μνήμης για τα θύματα της έκρηξης του γαλλικού πλοίου La Coubre στο λιμάνι της Αβάνας, μία ημέρα νωρίτερα. Στη φωτογραφία φαίνεται και ο Τσε, είναι άλλωστε από εκείνη την τελετή που προέρχεται και η περίφημη φωτογραφία Guerrillero Heroico του Κόρντα.

Από εκεί και πέρα, ο Φιντέλ έγινε σχεδόν συνώνυμος της Κούβας για μισό αιώνα.

Η κυβέρνησή του προχώρησε σε αγροτική μεταρρύθμιση και εθνικοποιήσεις, συγκρούστηκε με τις ΗΠΑ και συνδέθηκε οικονομικά και στρατηγικά με τη Σοβιετική Ένωση. Αντιμετώπισε την εισβολή στον Κόλπο των Χοίρων το 1961 και βρέθηκε στο επίκεντρο της κρίσης των πυραύλων του 1962, όταν ο κόσμος πλησίασε όσο ίσως ποτέ άλλοτε σε έναν πυρηνικό πόλεμο.

Διαδηλωτές καίνε τις ρουλέτες και τα τραπέζια του μπλακτζακ με την είσοδο του Φιντέλ στην Αβάνα. Το γεγονός χρησιμοποίησε εμφατικά στο φινάλε της ταινίας του,  Αβάνα, ο Σίντνεϊ Πόλακ.

Υπό τον Κάστρο, η Κούβα οικοδόμησε καθολική εκπαίδευση και δημόσια υγεία, κατακτήσεις που τροφοδότησαν τη διεθνή ακτινοβολία της Επανάστασης. Η πολιτική γενεαλογία του πολιτικού συστήματος της Κούβας διαμορφώθηκε μέσα στη μακρά και ασφυκτική αντιπαράθεση με τις ΗΠΑ. Το Κίνημα της 26ης Ιουλίου, το παλιό κομμουνιστικό PSP και το Directorio Revolucionario 13 de Marzo ενώνονται στις Ολοκληρωμένες Επαναστατικές Οργανώσεις (ORI). Από αυτές προκύπτει, το 1962–63, το Ενιαίο Κόμμα της Σοσιαλιστικής Επανάστασης της Κούβας (PURSC) και, τελικά, στις 3 Οκτωβρίου 1965, παίρνει το όνομα Κομμουνιστικό Κόμμα Κούβας (PCC). Το Κομμουνιστικό Κόμμα Κούβας αποτέλεσε έκτοτε τον οργανωτικό και πολιτικό πυρήνα του κουβανικού κράτους. Το πολιτικό σύστημα που διαμορφώθηκε δεν βασίστηκε στον ανταγωνισμό κομμάτων, αλλά στην ηγετική θέση του ΚΚ Κούβας και στις οργανώσεις μαζικής συμμετοχής που συνδέθηκαν με την Επανάσταση.

Μετά την κατάρρευση της ΕΣΣΔ, η Κούβα έχασε τον βασικό οικονομικό της υποστηρικτή και πέρασε τη δραματική «Ειδική Περίοδο». Ο Κάστρο, ωστόσο, παρέμεινε στην εξουσία. Η υγεία του επιδεινώθηκε το 2006, παρέδωσε σταδιακά τις αρμοδιότητές του στον Ραούλ Κάστρο και αποχώρησε οριστικά από την προεδρία το 2008. Πέθανε στις 25 Νοεμβρίου 2016, σε ηλικία 90 ετών.

Ο ώριμος Φιντέλ

Ίσως ένα από τα κείμενα που συμπυκνώνουν καλύτερα τον ύστερο πολιτικό Κάστρο να μην είναι κάποιος από τους πολεμικούς λόγους της δεκαετίας του 1960, αλλά η ομιλία του στη Σύνοδο του Νότου της Ομάδας των 77, στην Αβάνα, στις 12 Απριλίου 2000.

Είναι τότε 73 ετών. Η Σοβιετική Ένωση έχει εξαφανιστεί, ο Ψυχρός Πόλεμος έχει τελειώσει και η παγκοσμιοποίηση εμφανίζεται περίπου ως μονόδρομος. Ο Φιντέλ μετατοπίζει το επιχείρημά του: από την κλασική αντίθεση σοσιαλισμού και καπιταλισμού στη σύγκρουση ανάμεσα στον πλούσιο και τον φτωχό κόσμο.

Η βασική εικόνα που χρησιμοποιεί είναι εξαιρετικά ισχυρή: η ανθρωπότητα βρίσκεται στο ίδιο πλοίο, αλλά δεν ταξιδεύουν όλοι στην ίδια θέση. Μια μικρή μειοψηφία βρίσκεται, λέει, στις πολυτελείς καμπίνες, με πρόσβαση στην τεχνολογία, στην επικοινωνία, στην τροφή και στην καλύτερη ιατρική περίθαλψη. Η μεγάλη πλειονότητα ταξιδεύει κάτω από εντελώς διαφορετικές συνθήκες. Και προειδοποιεί ότι ένα πλοίο φορτωμένο με τόση αδικία δεν μπορεί να παραμείνει για πάντα στην επιφάνεια.

Η εικόνα παραμένει επίκαιρη. Ο Ψυχρός Πόλεμος τελείωσε, ο Κάστρο έφυγε, αλλά το ερώτημα έμεινε: ποιος καρπώνεται την τεχνολογική και οικονομική πρόοδο; Και εδώ βρίσκεται ίσως η δυσκολότερη πλευρά της εκατονταετηρίδας.

Η σημερινή κουβανική ηγεσία χρειάζεται τον Φιντέλ ως σύμβολο αντοχής. Χρειάζεται τη Μονκάδα, τη Σιέρα Μαέστρα, τον Κόλπο των Χοίρων, την αντίσταση στις ΗΠΑ. Χρειάζεται επίσης τη διεθνή αλληλεγγύη που επί δεκαετίες περιέβαλε την Κουβανική Επανάσταση.

Όμως η επίκληση της Ιστορίας δεν λύνει από μόνη της τα προβλήματα του παρόντος.

Πρόκειται για την πιο επίμονη εκκρεμότητα της ίδιας της Επανάστασης: πώς η υπεράσπιση της ανεξαρτησίας και των κοινωνικών της κατακτήσεων μπορεί να συμβαδίσει με τη διαρκή ανανέωση και εμβάθυνση της λαϊκής συμμετοχής.

Ίσως, λοιπόν, η πιο ενδιαφέρουσα ανάγνωση του Φιντέλ, εκατό χρόνια μετά τη γέννησή του, να μην είναι ούτε η αγιογραφία ούτε η διαγραφή του.

Είναι η αναμέτρηση με ένα ιστορικό παράδοξο: ένας άνθρωπος που ηγήθηκε ενός μικρού νησιού κατόρθωσε να το μετατρέψει σε παγκόσμιο πολιτικό σύμβολο, να αμφισβητήσει την ισχύ των ΗΠΑ στην ίδια τους τη γειτονιά και να εμπνεύσει γενιές ανθρώπων πολύ πέρα από την Κούβα.

Φιντέλ Κάστρο, 1959, σε φωτογραφική κάρτα με το περιβραχιόνιο και το έμβλημα του Κινήματος της 26ης Ιουλίου. Στο ένθετο, η Virgen de la Caridad del Cobre, προστάτιδα της Κούβας, πάνω από το Πίκο Τουρκίνο της Σιέρα Μαέστρα.

Το πιο ανθεκτικό κομμάτι της κληρονομιάς του Φιντέλ ίσως βρίσκεται πολύ πριν από την εξουσία: στον νεαρό κατηγορούμενο της Μονκάδα, που, αντί να υπερασπιστεί τον εαυτό του, μετέτρεψε την απολογία του σε κατηγορητήριο για την κοινωνική πραγματικότητα της Κούβας. Γη, δουλειά, στέγη, εκπαίδευση, υγεία, πολιτικές ελευθερίες. Και στο τέλος, η φράση που έμελλε να τον συνοδεύσει: «Η Ιστορία θα με δικαιώσει».

Η Ιστορία επιβεβαίωσε τη δύναμη εκείνης της χειρονομίας: να αρνείσαι ότι ο συσχετισμός δυνάμεων είναι και μέτρο του δικαίου. Η αξίωση για το δίκιο παραμένει. Και ίσως γι’ αυτό, εκατό χρόνια μετά τη γέννησή του, ο Φιντέλ εξακολουθεί να αφορά πολύ περισσότερους από τους Κουβανούς.

Θα μπορούσε κανείς να το πει, στη γλώσσα του Καζαντζάκη, ως χρέος απέναντι στον κόσμο: κανείς μόνος του δεν αλλάζει τον κόσμο. Κάθε αλλαγή, όμως, αρχίζει όταν κάποιος παύει να περιμένει να τον αλλάξουν οι άλλοι.

Εμφανίσεις: 448
ΓΙΩΡΓΟΣ ΚΑΤΣΑΪΤΗΣ

Είναι ο εκδότης - διευθυντής της Ενημέρωσης. Έχει σπουδάσει και εργαστεί ως μηχανικός και ηλεκτρονικός. Δημοσιογραφεί από τις αρχές της δεκαετίας του 1980. Έχει συνεργαστεί με σχεδόν όλες τις αθηναϊκές εφημερίδες. Διετέλεσε πρόεδρος του Συνδέσμου Ημερησίων Περιφερειακών Εφημερίδων, τον οποίον υπηρέτησε και από τη θέση του γενικού γραμματέα στο δ.σ. επί οκτώ χρόνια. Πιστεύει πως η ισχυρότερη ιδιότητα του δημοσιογράφου στην ενημέρωση είναι το ενδιαφέρον του για τα κοινά και στην επικοινωνία η έντιμη και ανιδιοτελής διαμεσολάβηση.