Δευτέρα 02.02.2026 ΚΕΡΚΥΡΑ

ΕΝ οδοιπορικό- Λαογραφικό Μουσείο Σιναράδων, Τα εκθέματα μιας παράδοσης

ΛΑΟΓΡΑΦΙΚΟ ΜΟΥΣΕΙΟ ΣΙΝΑΡΑΔΩΝ
12 Δεκεμβρίου 2025 / 22:07
ΗΛΙΑΣ ΑΛΕΞΟΠΟΥΛΟΣ

Με την καθοδήγηση της επιστημονικής δ/ντριας του Μουσείου, Στεφανίας Μαυρωνά, το «ΕΝ» περιηγήθηκε στα... αρτοτεκμήρια του Μουσείου και σε ανέκδοτες πτυχές της τοπικής προφορικής παράδοσης

To Λαογραφικό Μουσείο Σιναράδων «Ν. Πακτίτης»... ιδρύθηκε από την Ιστορική - Λαογραφική Εταιρία Κέρκυρας το 1982, με πρωτοβουλία του εκπαιδευτικού και ερευνητή, Νίκου Πακτίτη. Ως τον Οκτώβριο του 1987 στεγαζόταν στο ισόγειο μονόροφης κατοικίας, κεντρικά του χωριού, προτού μεταφερθεί σε ένα ωραίο παραδοσιακό σπίτι, στην γειτονιά του Αϊ-Γιάννη. Το Μουσείο εκθέτει υλικό απ’ την περιοχή της Μέσης Κέρκυρας. Τα, δε, δωμάτια είναι επιπλωμένα όπως το μέσο επίπεδο ενός νοικοκυριού στα τέλη του περασμένου αιώνα. Εν τάχει, οι κύριες συλλογές: αγροτικών εργαλείων, κερκυραϊκής φορεσιάς, σπιτικών σκευών, εκκλησιαστικών ειδών, οικοτεχνίας και μαστορικής, μέτρων και σταθμών, δοχείων λαδιού, κλειδιών και κλειδαριών, αλιευτικής, φιγούρων Καραγκιόζη, κερκυραϊκών κεραμικών, ζωγραφικών πινάκων (συν γκραβούρες, φωτογραφίες), παιδική γωνιά συν μια πλήρης παραδοσιακή κρεβατοκάμαρα. 

ΔΕΚΑ έξι σκαλοπάτια. Παλιά, από ντόπιο μάρμαρο. Κάθε ανέβασμα και λίγη φρέσκια μυρωδιά βασιλικού. Και στην κορφή, ο στεγασμένος μπότζος (εξώστης, βεράντα) του ορόφου. Πέτρινος, κτιστός. Προοίμιο εισόδου, λες, στο κυρίως σπιτικό. Με το πόρτιγο (το μεγάλο δωμάτιο, μετά την είσοδο), την τραπεζαρία, την κουζίνα, την κρεβατοκάμαρα. Και την εσωτερική, ξύλινη σκάλα, που πάει επάνω, «στη βιβλιοθήκη και τ’ αρχεία μας». 

ΠΡΩΙ Οκτώβρη, βόλτα στο Λαογραφικό Μουσείο Σιναράδων - το άγιο τέκνο του αείμνηστου εκπαιδευτικού κι ερευνητή, Νίκου Πακτίτη. στη γειτονιά του Άη Γιάννη. Ματιά ευρυγώνια, στο χώρο. Κάθε γωνία και μία συλλογή. Κάθε σπιθαμή κι ένα άτυπο view master, να σ’ αρμενίζει στο κάποτε της ίδιας, τούτης γης. Σκεύη, εργαλεία, φορεσιές, έπιπλα, παιχνίδια, μέτρα και σταθμά, μαστορικά, τσαγκαρικά˙ «και τα... δικά μας, του ψωμιού;» • «Καλώς ορίσατε... Απ’ εδώ...».  

 

Η ΣΤΕΦΑΝΙΑ Μαυρωνά είναι η επιστημονική διευθύντρια του Μουσείου. «Το χωριό», λέει στο «ΕΝ» στο δρόμο για την πρώτη στάση της ξενάγησης, «έχει τη δική του σημαντική ιστορία στο κεφάλαιο “άρτος”». Χαρακτηριστική πτυχή, επισημαίνει, το πλήθος παραδοσιακών φούρνων, που υπήρχαν παλαιότερα. Σταχυολόγηση εν τάχει βάσει (και) πληροφοριών του προέδρου του Δ.Σ. του Λαογραφικού, Φώντα Αλαμάνου...

•Του Σπύρου Μέριανου (Μιχελής), «ο τελευταίος φούρναρης των Σιναράδων».

•Του Παναγιώτη Αλαμάνου (Πουλέντας), «για ένα διάστημα, μαζί με τον γιο του, τον Γιάννη».

•Του Γιώργου Παπαδάτου (Γιωργάκης), «μαζί με τη γυναίκα του, τη Χαρίκλεια».

•Του Σταμάτη Αλαμάνου (Μπούμπας).

•Του Γεράσιμου Γραμμένου (Βινιέρης), «με φούρναρη τον Αλέξανδρο Δουκάκη (Κομινάς)».

•Του Αλέξανδρου Γραμμένου (Κούνιος), «μετά το θάνατό του οποίου -και για λίγα χρόνια- το φούρνο δούλεψε ο γιος του, ο Νίκος και η μητέρα του, η Κατίνα. Εδώ είμαστε, όμως...». Τεκμήριο Ι... 

ΑΚΟΥΜΠΙΣΜΕΝΟΣ πάνω σε ξύλινη επιφάνεια, λουσμένος απ’ το φως απ’ τ’ ανοιχτό πατζούρι, ένας πέτρινος, ασβεστολιθικός χερόμυλος. Ο αρχαιότερος, απλούστερος, αλλά και πιο «προσιτός» στο μέσο νοικοκυριό τύπος μύλου, για την άλεση των σιτηρών προς παραγωγή αλεύρων. Όλα στη θέση τους. Πανωλίθι - κατωλίθι, ο μεταλλικός κάθετος άξονας (χελιδώνα) περιστροφής του πάνω λίθου στον κάτω, τον ακίνητο˙ «κι έτσι έλιωναν τα σιτηρά που, απ’ την οπή (γλούπος) στο κέντρο απ’ το πανωλίθι, τοποθετούσαν ανάμεσα στις δύο πέτρες. Σας έχω, όμως, κάτι ακόμα...». 

ΟΠΩΣ σημειώνει η κ. Μαυρωνά, μιας απ’ τις καλές προσθήκες του Μουσείου, πλην των «υλικών», είναι και η συλλογή προφορικών μαρτυριών παλαιών κατοίκων του χωριού, για τις κάθε λογής καθημερινές δραστηριότητες. Μεταξύ τους και μία για τη διαδικασία παραγωγής ψωμιού, με την υπογραφή της κ. Μαρίας Αλαμάνου. «Ενδιαφέρει, φαντάζομαι...». Σαφώς...

«Το καλαμπόκι και τα φασόλια τα φυτεύαμε μετά του Ευαγγελισμού. Βάζαμε το σιτάρι. Όταν ξεραίνονταν, πηγαίναμε η φαμίλια και τα μαζεύαμε - οι γυναίκες βάζαμε το σιτάρι γιατί είχε μεγαλύτερη φασαρία. Τα κόβαμε και τα φρύγαμε στον ήλιο. Το ξεραίναμε, το βάζαμε κάτω και το κοπανίζαμε με έναν κόπανο από ελιά. Και το σιτάρι έπρεπε να το ζεματίσεις πριν το αλέσεις, γιατί αλλιώς θα χαλούσε. Είχε η μάνα μου σεντόνια, που άπλωνε το σιτάρι και στέγνωνε...

(Μετά) πηγαίναμε από το χωριό με το άλογο στον Πέλεκα και παίρναμε το καλαμπόκι και το αλέθαμε και φτιάχναμε ψωμί μία φορά την εβδομάδα, μισό καλαμπόκι και μισό από σιτάρι. Για το καλαμπόκι βάζαμε μία κατσαρόλα νερό μεγάλη και τη σκάφη και το ζεματούσαμε και όταν κρύωνε, το ζυμώναμε με το χέρι. Ο κόσμος το έκανε αυτό για οικονομία. Το πρωί τρώγαμε μια λευτή (λεφτή) ψωμί - και ξερό να ήτανε, έπρεπε να φαγωθεί. 

Η μία από την άλλη δανείζονταν το προζύμι τους, το απογέμιζαν με αλεύρι και μπορούσαν να το χρησιμοποιήσουν την επόμενη μέρα πάλι. Μια φορά κάποια δεν γέμισε σωστά το προζύμι και δεν ήθελε η νοικοκυρά να της το ξαναδώσει, γιατί της το έφερε μισό. 

Φτιάχναμε και τηγανόψωμα και κουλούρες.».

ΔΥΟ δράμια παρακεί, τεκμήριο ΙΙ... Μια μεγάλη ξύλινη σκάφη, «απ’ αυτό που χρησιμοποιούσαν για το ζύμωμα του καλαμποκάλευρου για την παρασκευή ψωμιού (μπαρμπαρέλλα)». Και σιμά της, μία σίτα. «Για το κοσκίνισμα των αλεύρων»˙ τεκμήριο ΙΙΙ...

• Υπάρχει και κάτι «δυνατό» εξωτερικά του σπιτιού / μουσείου, ωστόσο. Σωστά;

ΝΕΥΜΑ κατάφασης... Περπατησιά κατά την πόρτα. Έξω, γωνία, ένας παλιός, οικιακός φούρνος / ξυλόφουρνος, με τα χαρακτηριστικά που τόσο έξοχα περιέγραψε προ ετών ο αείμνηστος Χυτήρης - τα «Λαογραφικά» του κατεβαίνουν απ’ το ράφι. Σελιδογύρισμα, στροφή, σελ. 113. Η ανάγνωση, πιστή...

«Πάμε στο φούρνο μας, τι κάθε σπίτι έχει το φούρνο του. Ετούτονε δεν ηξέρουνε όλοι να τόνε φτιάκουνε, ότι η δυσκολία είναι να γένει η κουκούλα του και να μην πέσει. Τον χτίζανε με δουλεμένο πηλό και βήσαλα. Από μπρος έχει τη μπούκα, βολτάδα, μ’ ένα τσέρκι για να βαστιέται, κι απάνου, όχι στην κορφή παναπεί, αλλά λίγο παρακάτου, μια τρύπα για να φεύγει ο καπνός...».

ΚΕΙΜΗΛΙΑ, χειροπιαστά. Μάρτυρες μιας διαδικασίας (αρτοπαρασκευή) με περίπου «ιερή» σημαντικότητα (και) για τους Σιναραδίτες των αιώνων. Θέμα ζωής. Ζήτημα επιβίωσης. «Και είναι τούτος, ακριβώς, ο λόγος», προσθέτει η Μαυρωνά, που στην τοπική, λαογραφική παράδοση, το ψωμί πρωταγωνίστησε σε σώσματα προφορικά, κάθε λογής». 

ΟΡΚΙΖΟΝΤΑΝ σε δαύτο...

«Μα, τούτο το άγιο ψωμί, οπού ποτές να μη μας λείψει».

ΚΑΤΕΘΕΤΑΝ ευχή...

«Όσο το στάρι τση χρονιάς στο μύλο, τόσο και στα κασούνια σου».

ΔΗΜΙΟΥΡΓΗΣΑΝ, στα χρόνια, παροιμίες, σοφιστείες λαϊκές (αναλυτικά, αλλού). Κι ως πάντα, ως ό,τι ζωτικό, χτίστηκαν γύρω του προλήψεις, βασκανίες. Τύχη καλή, τύχη κακή, φορέας δυνάμεων περίπου μαγικών και όπωσδήποτε ικανών να ορίσουν, θεωρούσαν, καταστάσεις γύρω απ’ την καθημερινή ζωή του απλού / απλοϊκού ανθρώπου, ανάλογα το σέβας που το έδειχναν. Κερδίζοντας το δικό του, special χώρο μέσα στην εντόπια πολιτιστική κληρονομιά. 

Η ΜΑΥΡΩΝΑ, άριστη, εξ αντικειμένου, γνώστης, ξεχώρισε επτά. Και τις μοιράστηκε στο «ΕΝ», εν είδει επιλόγου...

√ Τα ψίχουλα του τραπεζιού δεν επιτρεπόταν να πεταχτούν έξω απ’ το σπίτι σε νυχτερινή ώρα, γιατί θεωρούσα ότι έτσι βγαίνει έξω (χάνεται) η ευπορία του σπιτικού. 

√ Στο τραπέζι δεν επιτρεπόταν να τοποθετηθεί το ψωμί ανάποδα, γιατί αποτελούσε πρόκληση της ανέχειας.

√ Αν η νοικοκυρά δεχόταν επίσκεψη την ώρα που ζύμωνε, η επισκέπτρια δεν έπρεπε να φύγει μέχρις ότου φουρνίσουν τα ψωμιά. Διαφορετικά, το ψωμί «θα έμενε αχνό», δηλαδή άψητο.

√ Σε νυχτερινή ώρα δε δάνειζαν ξύδι ή προζύμι, γιατί θα ξύνιζε το κρασί του σπιτικού. Στις λίγες, δε, περιπτώσεις που υποχωρούσαν, το σκέπαζαν με πυκνό ύφασμα «για να μην το ιδούνε τ’ άστρα». 

√ Στη σπορά απέφευγαν να δίνουν φωτιά στη γειτονόνισσα, γιατί τούτο θα προκαλούσε τη φυτασθένεια δαυλός στο σιτάρι ή το καλαμπόκι.

√ Στο απώτερο παρελθόν, την πρώτη φούχτα σιτάρι, κατά την φθινοπωρινή του σπορά, καλούσαν να τη ρίξει μια έγκυος. Τούτο, για να προκληθεί ασφαλής και άφθονη σοδειά. Αντίθετα, η στείρα γυναίκα μπορούσε να προκαλέσει σιτοδεία!

√ Αν ένα κορίτσι μάζευε ασυναίσθητα τα ψίχουλα απ’ το τραπέζι και τα έτρωγε, θα γεννούσε όμορφα παιδιά. 

ΟΙ ΠΑΡΟΙΜΙΕΣ ΤΟΥ... ΑΡΤΟΥ

# Ανάποδα πάνε τα σακιά στο μύλο.

# Εδώ ψωμί δεν έχουμε και θέλουμε πιπίτα.

# Έκαμε και η κακιά χώρα στάρι.

# Ζυμώνει πίτυρα και ξεφουρνίζει αφράτο.

# Ιδρώνει ο κύρης στη σπορά και η κυρά στο φούρνισμα.

# Καθάριζε την ήρα από το στάρι.

# Λάχανα χωρίς ψωμί και παιδί τον κάθε χρόνο.

# Όλα τα κακά ψωμιά η νύφη μας τα κάνει.

# Όποια βαριέται να ζυμώσει, δέκα μέρες κοσκινίζει.

# Όποιος πρωτοπάει στο μύλο, πρωταλέθει.

# Σαν δε σου βρίσκεται ψωμί, τι τον θέλεις το χορό;

# Τση φτώχειας το ψωμί λιγοστό και εφτάκλωδο.

ΗΛΙΑΣ ΑΛΕΞΟΠΟΥΛΟΣ

Γεννήθηκε στην Κέρκυρα το 1978. Πτυχιούχος Φιλολογίας (Φιλοσοφική Σχ. Πανεπιστημίου Ιωαννίνων, 2001) και δημοσιογραφίας (New York College, 2002), θήτευσε επί 12ετία στην Αθήνα, με κύριες αναφορές τις εφημερίδες Αθλητική Ηχώ (2001-’08) και Εξέδρα / Δ.Ο.Λ. (2008-‘11) συν σειρά συνεργασιών με ιστοσελίδες και περιοδικά. Επιστρέφοντας Κέρκυρα, διετέλεσε υπεύθυνος Γραφείου Τύπου στις ΠΑΕ ΑΟ Κέρκυρα και ΑΟ Κασσιώπης (Super League). Συνδημιουργός και αρχισυντάκτης των ιστοσελίδων Corfusports (2011) και Corfustories (2020), της εφημερίδας Corfupress / Corfusports (2016) και των free press mag. Corfu Magazine (2017) και Corfu Stories (2018), μετά τη συνεργασία του με την Καθημερινή Ενημέρωση (2019-’20), επέστρεψε στον όμιλο Ενημέρωση το ’21, λόγω… ΕΝ-The Magazine. Eίναι μέλος της ΕΣΗΕΑ και του ΠΣΑΤ (βραβείο «Χρ. Σβολόπουλος», 2010).