O πιέσας, του πιέσαντος, τον πιέσαντα ...ΜΠΑΜ!
Συγνώμη φιλόλογοι, δεν ξέρω καν αν υπάρχει η μετοχή, ούτε αν κλίνεται έτσι.

Αυτό που ξέρω, είναι πως όταν μπήκα για πρώτη φορά στην τάξη, κανείς δεν μπήκε στον κόπο να μου πει τι να κάνω. Από το ότι έπρεπε να πάρω απουσίες και να γράψω στο βιβλίο ύλης, έπρεπε να το καταλάβω μόνη μου. Ακόμα ζητάω συγνώμη από τους πρώτους μαθητές μου. Πόσο μάλλον τα άλλα, τα δύσκολα. Όπως πχ πως έπρεπε να βρω τρόπο να συνταιριάξω τα αταίριαστα, όπως τον μαθητή τον πηγμένο στα φροντιστήρια που ήταν μπροστά από την ύλη που δίδασκα, με αυτόν που περίμενε να μάθει από εμένα και τον παντελώς αδιάφορο. Να βρω τρόπους να μη βαριέται ούτε ο πρώτος, ούτε ο τελευταίος. Να μάθω τι εστί εφηβεία, όταν τα δικά μου παιδιά ήταν ακόμα μωρά και να σκέφτομαι τι κουβαλάει κάθε έφηβος από το σπίτι του, πριν τον κρίνω και τον καταδικάσω.
Το πιο ακραίο που μου συνέβη, ήταν μια αμπούλα βρώμας στη τάξη. Στην τάξη που μπορούσα κι εγώ να θυμώσω, να βάλω και καμμιά φωνή, να ζητήσω μετά συγνώμη.
Πήρα σύνταξη. Ήρθαν κρίσεις, πανδημίες, ανεργίες και 13ωρες εργασίες φθηνές.
Πίεση σε όλα τα επίπεδα, επιβίωση αντί ζωή.
Αγρίεψε η κοινωνία, αγρίεψαν τα παιδιά.
Οι πρώην συνάδελφοι μου λέγαν, τυχερή που έφυγα νωρίς. Δεν τους καταλάβαινα, μέχρι που οι ειδήσεις άρχισαν να λένε για τσακωμούς, να δείχνουν κορίτσια να μαλλιοτραβούνται στα προαύλια, συμμορίες ανηλίκων να δίνουν ραντεβού για ξύλο, σουγιάδες, μαχαίρια .
Το κουσούρι του πώς και του γιατί να σε τρώει και να βλέπεις:
Να μεγαλώνει μόνος -η του σε ένα σπίτι που δουλεύουν από το πρωί μέχρι το βράδυ για ένα πιάτο φαΐ που τον-ην περιμένει στο τραπέζι, χωρίς παρέα, χωρίς συζήτηση, χωρίς να τον-ην ρωτήσει κάποιος πώς πέρασε τη μέρα του-ης. Τι και πόσο τον-ην στεναχώρησε, αν πονά που έχει περίοδο κι αν θέλει βοήθεια σε κάτι.
Δίπλα στο κρύο πιάτο, ένα ματσάκι χαρτονομίσματα για το φροντιστήριο, γιατί αγγλικά πρέπει να μάθει, στην καλύτερη περίπτωση.
Και την άλλη μέρα, να έχει κι αυτήν, να νομίζει ότι του -ης διδάσκει, αυτά που ήδη ξέρει, ή αυτά που του-ης φαντάζουν κινέζικα, στοχοπροσηλωμένη στην ύλη, που πρέπει να βγει για να γραφτεί στο βιβλίο, αδύναμη, μονάχη, με πενιχρό μισθό και το φόβο της αξιολόγησης στην πλάτη.
Και τότε, αρχίζει να κλίνεται μέσα του-ης η μετοχή, συγνώμη φιλόλογοι αν δεν υπάρχει. Ο πιέσας, του πιέσαντος, τον πιέσαντα και ΜΠΑΜ...


