Σάββατο 02.05.2026 ΚΕΡΚΥΡΑ

Βούλα Τζιλιάνου: Ολάκερη, ένα μαήσιο στεφάνι

ΠΡΩΤΟΜΑΓΙΑ
01 Μαΐου 2026 / 22:19

Εξημέρωσε η πρώτη μέρα του Μαγιού. Η Αγγιολίνα είχε ξεσπουρδίσει σα το μπουμπούκι. Είχε κλείσει τα 15.

Τα μαλλιά της κατακόκκινα σα τση νόνα της τση Όργας, που εκράτουνε από τσου Σέρβους. Τα μάτια της, τσάγαλα,  πράσινα σα  τα ανοιξιάτικα αμύγδαλα. Το μούτρο της, με λίγες χλωμές πέκνες,  ρόζο και απαλό σα το άνθος τση κυδωνιάς.

Τα βυζόπουλα της εφουσκώσανε σα τσου πρώιμους φρακατσάνους και ετεντώνανε το μπούστο από τη βέστα της, σα να θέλανε να σκάσουνε όπως τα μπουμπούκια στα κλαριά.

Εκοίταε τον καθρέφτη κάθε  πρωί που ενυβότανε στη μικρή ντενεκεδένια βρυσούλα με το κεντημένο καλημέρα, που εκρεμότουνε από ένα πέρονα έξω στη σκεπαστή.

Εκοίταε το λοιπό. Κάθε μέρα άλλαζε το μούτρο της, σιγά σιγά έφευγε εκείνο το παιδικό και έβλεπε να γίνεται γυναίκα, γυναίκα σωστή.

Τώρα, έπαιζε ανόρεχτα με την πάνινη κούκλα της. Όλο και πιο συχνά εστεκότουνε με τσι ώρες στη φανέστρα και περίμενε τα αγόρια από την τεχνική σχολή του Αχιλλείου να σκολάσουνε.

Άκουε τα γέλια τους  και τα πειράγματα τους από μακριά . Τότες άνοιγε τη φανέστρα και καμονότανε ότι εφώναζε το γάτο.

Ψψψψ.....έλα Νιανιώ μου να σου δώκω τότσο φαί. Σού'μασα τα κεφάλια από τσι βόπες που ετηγάνισε η μάνα.. με φωνή λυγωμένη, μοροζιάρικη.....έλα ...ψψψψ

Τότες τα παιδόπουλα εγυρίζανε το κεφάλι τους κατά τη φανέστρα και τση κάνανε νοήματα και ματιές. Αψιομένα.

Ένα γλυκό κύμα αλεγράδας,  κινούσε από τον κόρφο της, τση έκαιγε το μούτρο, τσι πόντες από τα βυζόπουλα της, και ύστερα έτρεχε όλο της το σώμα σα τα ψαράκια, σα τσι πεταλούδες.

Τση'ρχότανε μια δήλεια και ένιωθε ένα μούδιασμα στα μεριά της. Εκαιότανε η σάρκα της.

Μέρα με τη μέρα έβανε και ένα από τα σκουτιά τση μάνας της. Εκαμονότανε τη μεγάλη.

Εχτές την μπουστίνα  της, την άλλη βολά,  το κεντημένο της μαντήλι, εσήμερα που είναι πρωτομαγιά έβαλε τον τορκό της, με τα φιόργια  και τσι πολύχρωμες κορδέλες.

Και ήτανε πρωτομαγιά με την Άνοιξη σπαραχτικά απλωμένη στις ανθισμένες νεραντζιές, στον αγέρα, στο γαλάζιο ουρανό, στο παλώμενο στήθος της.

Και έμοιαζε η Αγγιολίνα σα τη νεράιδα, σα τη πριγκίπισσα του παραμυθιού. Ολάκερη ένα Μαήσιο στεφάνι.

Και έμοιαζε η Αγγιολίνα σα τη φωτιά που τση ρίχνεις λάδι,  γίνεται λαμπατίνα που καίει το παιδικό κορμάκι και φανερώνει μια νέα γυναίκα που φουσκώνει ο ερωτικός πόθος στο πέτο της.

Και όλο εκαμονότανε ότι εφώναζε το γάτο της....ψψψψ

Και όλο την εκοιτάζανε τα παλληκαρόπουλα και όλο εκκοκίνιζε και την έπιανε καρδιοκάψωνας.

Από τη χαραμάδα τση κουζινέλας την εκοίταε και η μάνα της, την εσταύρωνε και τσι έδινε ευκές. Νάσαι  καλότυχη και  καλογραμμένη, κόρη μου.

Και ώσπου να δώκει η μάνα τσι ευκές, η Αγγιολίνα  εγίνηκε  γυναίκα.

Και ήταν άνοιξη και πρωτομαγιά.

Ξεσπουρδίσει=ξεπεταχτεί,

πέκνες=φακίδες,

φρακατσάνοι=είδος σύκου,

καρδιοκάψωνας=κάψιμο στο στήθος,

βέστα=φόρεμα,

βόπες=γόπες,

αλεγραδα=ευχαρίστηση,

δήλεια=σκοτούρα,

μεριά= μηροί,

μπουστίνα=στηθόδεσμος,

τορκός=κεφαλόδεσμος

 

Εμφανίσεις: 565