Το παραλιακό μέτωπο δεν είναι real estate – είναι η ίδια η πόλη
Η αγορά μπορεί να βλέπει ευκαιρίες. Η πόλη, όμως, καλείται να διαχειριστεί συνέπειες.
Η συζήτηση για την κρουαζιέρα, τις υποπαραχωρήσεις και τις νέες μαρίνες στην Κέρκυρα τείνει να εγκλωβιστεί σε αριθμούς: αφίξεις, έσοδα, επενδύσεις. Όμως το πραγματικό ζήτημα βρίσκεται αλλού. Βρίσκεται στον τρόπο με τον οποίο σχεδιάζεται –ή δεν σχεδιάζεται– το μέλλον του παραλιακού μετώπου της πόλης. Στο βόρειο παράκτιο τόξο συμπίπτουν πλέον τρεις κρίσιμες εξελίξεις: η εκκρεμής υποπαραχώρηση του τομέα κρουαζιέρας από τον Οργανισμό Λιμένος Κέρκυρας, ο σχεδιασμός για μαρίνα μεγάλων σκαφών από τη Lamda Development και η προοπτική αξιοποίησης του υφιστάμενου καταφυγίου τουριστικών σκαφών ανατολικότερα. Δεν πρόκειται για απομονωμένα έργα. Συνιστούν, στην πράξη, έναν ενιαίο άξονα.
Και εδώ ανακύπτει το ουσιώδες ερώτημα: με ποιο σχέδιο;
Διότι, μέχρι σήμερα, η εικόνα που διαμορφώνεται είναι εκείνη μιας σωρευτικής πίεσης χρήσεων σε μια ζώνη άμεσης επαφής με τον αστικό ιστό. Μιας ζώνης που δεν είναι απλώς «παραλιακή», αλλά λειτουργεί ως προέκταση της ίδιας της πόλης, σε μικρή απόσταση από το ιστορικό της κέντρο. Η παράλληλη προώθηση επενδύσεων υψηλής έντασης τουρισμού, χωρίς σαφή χωροταξική και πολεοδομική πρόνοια, δεν συνιστά στρατηγική. Συνιστά μετακύλιση του προβλήματος στο μέλλον.
Η αγορά μπορεί να βλέπει ευκαιρίες. Η πόλη, όμως, καλείται να διαχειριστεί συνέπειες: κυκλοφοριακή πίεση, περιβαλλοντική επιβάρυνση, αλλοίωση χρήσεων, υποχώρηση του δημόσιου χώρου. Και όλα αυτά σε ένα ήδη κορεσμένο αστικό και τουριστικό περιβάλλον.
Δεν είναι υπερβολή να ειπωθεί ότι, υπό αυτές τις συνθήκες, «υποθηκεύεται» ένα σημαντικό τμήμα της πόλης. Όχι επειδή προχωρούν επενδύσεις. Αλλά επειδή προχωρούν χωρίς να είναι σαφές πώς εντάσσονται σε ένα συνολικό σχέδιο για την Κέρκυρα.
Το παραλιακό μέτωπο δεν είναι απλώς ένα πεδίο επενδύσεων. Είναι η βιτρίνα, αλλά και η καθημερινότητα της πόλης. Και ως τέτοιο, δεν μπορεί να αφεθεί στην τύχη της συγκυρίας.
ΓΙΩΡΓΟΣ ΚΑΤΣΑΪΤΗΣ
Είναι ο εκδότης - διευθυντής της Ενημέρωσης. Έχει σπουδάσει και εργαστεί ως μηχανικός και ηλεκτρονικός. Δημοσιογραφεί από τις αρχές της δεκαετίας του 1980. Έχει συνεργαστεί με σχεδόν όλες τις αθηναϊκές εφημερίδες. Διετέλεσε πρόεδρος του Συνδέσμου Ημερησίων Περιφερειακών Εφημερίδων, τον οποίον υπηρέτησε και από τη θέση του γενικού γραμματέα στο δ.σ. επί οκτώ χρόνια. Πιστεύει πως η ισχυρότερη ιδιότητα του δημοσιογράφου στην ενημέρωση είναι το ενδιαφέρον του για τα κοινά και στην επικοινωνία η έντιμη και ανιδιοτελής διαμεσολάβηση.

