Η υγεία στην Κέρκυρα σε διαρκή εφημερία
Οι ίδιες κινητοποιήσεις, τα ίδια αιτήματα και οι ίδιες ελλείψεις επανέρχονται διαρκώς στην Κέρκυρα. Η νησιωτικότητα, η τουριστική επιβάρυνση και η δυσκολία στελέχωσης διατηρούν το δημόσιο σύστημα υγείας σε μόνιμη πίεση, αναδεικνύοντας ένα πρόβλημα που απαιτεί διαφορετικό σχεδιασμό και όχι έκτακτες παρεμβάσεις.

ΚΕΡΚΥΡΑ. Η επανάληψη των ίδιων κινητοποιήσεων για την υγεία στην Κέρκυρα, με σχεδόν πανομοιότυπα αιτήματα εδώ και δεκαετίες, θα μπορούσε εύκολα να εκληφθεί ως ένδειξη αδιεξόδου. Θα ήταν όμως ίσως δικαιότερο να θεωρηθεί απόδειξη μιας επίμονης κοινωνικής διεκδίκησης απέναντι σε ένα πρόβλημα που δεν είναι μόνο κερκυραϊκό ούτε αποκλειστικά τοπικό. Η δυσκολία στελέχωσης και λειτουργίας των δημόσιων δομών υγείας στα νησιά, σε περιοχές με έντονη τουριστική εποχικότητα και μεγάλες διακυμάνσεις πληθυσμού, αποτελεί διαχρονική αδυναμία του ελληνικού συστήματος υγείας.
Η Κέρκυρα καλείται κάθε καλοκαίρι να εξυπηρετήσει πληθυσμό πολλαπλάσιο των μόνιμων κατοίκων της. Οι ανάγκες στα επείγοντα περιστατικά αυξάνονται, οι απαιτήσεις για εξειδικευμένες υπηρεσίες μεγαλώνουν και η πίεση στο προσωπικό γίνεται δυσανάλογη. Το ίδιο συμβαίνει, σε διαφορετική κλίμακα, σε πολλά νησιά και τουριστικές περιοχές της χώρας. Με αυτή την έννοια, η Κέρκυρα δεν αποτελεί εξαίρεση αλλά προειδοποίηση για το πώς η Ελλάδα, ως κατεξοχήν νησιωτική και τουριστική χώρα, χρειάζεται να επανασχεδιάσει το μοντέλο δημόσιας υγείας της.
Τα τελευταία χρόνια έχουν υπάρξει παρεμβάσεις, προκηρύξεις θέσεων, προσπάθειες κάλυψης αναγκών και χρηματοδοτήσεις υποδομών. Ωστόσο, γίνεται όλο και πιο σαφές ότι οι αποσπασματικές λύσεις δεν επαρκούν. Η συζήτηση φαίνεται να μετατοπίζεται σταδιακά προς πιο μόνιμες απαντήσεις: ειδικά κίνητρα για νησιωτικές περιοχές, πολιτικές προσέλκυσης και παραμονής ιατρικού προσωπικού, καλύτερη διασύνδεση με την πρωτοβάθμια φροντίδα και σχεδιασμό που λαμβάνει υπόψη την εποχική αύξηση του πληθυσμού.
Ίσως εκεί βρίσκεται και το θετικό στοιχείο πίσω από τις νέες κινητοποιήσεις. Όχι μόνο στη διαμαρτυρία, αλλά και στη σταθερή υπενθύμιση ότι η υγεία σε έναν τόπο όπως η Κέρκυρα δεν μπορεί να σχεδιάζεται με τα ίδια κριτήρια που ισχύουν για μια ηπειρωτική περιοχή σταθερού πληθυσμού. Η αναγνώριση της νησιωτικότητας και της τουριστικής επιβάρυνσης ως αντικειμενικών παραγόντων μειονεξίας δεν αποτελεί διεκδίκηση προνομίων· αποτελεί προϋπόθεση ισότητας.
Η αντιμετώπιση του προβλήματος θα απαιτούσε αλλαγή στρατηγικής σε τέσσερα επίπεδα.
Πρώτον, ειδικό καθεστώς νησιωτικής υγείας για την Κέρκυρα. Όπως υπάρχουν νησιωτικές πολιτικές στις μεταφορές, θα μπορούσε να θεσπιστεί μόνιμο πλαίσιο με αυξημένες αποδοχές, στεγαστικά κίνητρα, ταχύτερες διαδικασίες κρίσεων και συμβόλαια παραμονής για γιατρούς. Το πρόβλημα δεν είναι μόνο οι προσλήψεις, αλλά και η αδυναμία διατήρησης προσωπικού.
Δεύτερον, πολυετής δεσμευτική συμφωνία στελέχωσης και όχι ετήσιες εξαγγελίες. Μια συμφωνία δημόσια, με στόχους ανά ειδικότητα, χρονοδιάγραμμα και λογοδοσία. Σήμερα, η συζήτηση γίνεται σχεδόν πάντα γύρω από την έλλειψη της στιγμής.
Τρίτον, μετατροπή του αιτήματος από συνδικαλιστικό σε παγκερκυραϊκό αναπτυξιακό ζήτημα. Η υγεία δεν αφορά μόνο τους εργαζομένους του νοσοκομείου. Αφορά τον τουρισμό, τη δημογραφία, τις επενδύσεις και το αίσθημα ασφάλειας των κατοίκων. Μια περιοχή που δυσκολεύεται να εγγυηθεί επαρκή περίθαλψη χάνει σταδιακά ανθρώπους και προοπτικές.
Τέταρτον, δημιουργία μόνιμου τοπικού μηχανισμού παρακολούθησης, με τη συμμετοχή δημοτικής αρχής, Περιφέρειας, βουλευτών, Ιατρικού Συλλόγου, εργαζομένων και πολιτών. Με δημόσια στοιχεία, ανά τρίμηνο, για κενές θέσεις, χρόνους αναμονής, διακομιδές και λειτουργία κλινικών. Ό,τι μετριέται, πιέζεται. Και ό,τι πιέζεται συστηματικά, κάποτε αλλάζει.
ΓΙΩΡΓΟΣ ΚΑΤΣΑΪΤΗΣ
Είναι ο εκδότης - διευθυντής της Ενημέρωσης. Έχει σπουδάσει και εργαστεί ως μηχανικός και ηλεκτρονικός. Δημοσιογραφεί από τις αρχές της δεκαετίας του 1980. Έχει συνεργαστεί με σχεδόν όλες τις αθηναϊκές εφημερίδες. Διετέλεσε πρόεδρος του Συνδέσμου Ημερησίων Περιφερειακών Εφημερίδων, τον οποίον υπηρέτησε και από τη θέση του γενικού γραμματέα στο δ.σ. επί οκτώ χρόνια. Πιστεύει πως η ισχυρότερη ιδιότητα του δημοσιογράφου στην ενημέρωση είναι το ενδιαφέρον του για τα κοινά και στην επικοινωνία η έντιμη και ανιδιοτελής διαμεσολάβηση.


