Έχουμε πέσει πολύ χαμηλά
Ο λόγος για τη χυδαιότητα την οποία στελέχη της δημοτικής Αρχής της Βόρειας Κέρκυρας εξαπέλυσαν κατά μελών της εκπαιδευτικής κοινότητας, μάλιστα στο περιθώριο συνεδρίασης του δημοτικού συμβουλίου.
Το να καταδικάσει κανείς το γεγονός είναι το ελάχιστο και το αυτονόητο, αφού δεν υπάρχει πολιτική αντιπαράθεση που να δικαιούται να εκφράζεται με τέτοιους όρους ή, πολύ περισσότερο, να οδηγείται σε χειροδικίες. Συνεπώς, το ζήτημα εξ αρχής δεν μπορεί να αντιμετωπιστεί ούτε ως υπερβολή ούτε ως συμπεριφορά που επιδέχεται κάποιας μορφής δικαιολόγηση. Αντιθέτως, εκπέμπεται μια στάση που αντλεί την προέλευσή της από τυφλές συγκρούσεις και από ένα ήθος που προσιδιάζει σε ασύδοτους «στρατούς», οι οποίοι αποκαλύπτουν έτσι –έμμεσα αλλά σαφώς– την αίσθηση υψηλής προστασίας που απολαμβάνουν.
Και αν η παρατήρησή μας θεωρηθεί υπερβολική, μια ειλικρινής συγγνώμη από τους θύτες και τους θιασώτες αυτής της «μάτσο» στάσης ίσως να επέτρεπε τη μετάβαση στο πραγματικό επίδικο της διαφοράς: στο σημαίνον και το σημαινόμενο, στο δίκιο και το άδικο.
Συνοψίζοντας, αυθαιρέτως ίσως, το γεγονός αυτό –μαζί με την «συναδελφική» αγωγή για τα βερεσέδια της διαδημοτικής ΔΕΥΑΚ και την επανειλημμένα διατυπωμένη απάντηση «γιοκ» από παράγοντες του βόρειου δήμου– συγκροτεί μια εικόνα που παραπέμπει στην αυθαιρεσία και στην αναμέτρηση «όπως και να ’χει», αντί στον διάλογο και στη διατύπωση πολιτικού λόγου.
Πρόκειται για σαφή σημάδια παρακμής της αυτοδιοίκησης, ενός θεσμού που επί πολλά χρόνια εθεωρείτο ο εγγύτερος διοικητικός μηχανισμός προς την κοινωνία. Η αναφορά αυτή αφορά πρωτίστως τις Κοινότητες, τα κοινοτικά συμβούλια και, εν τέλει, ό,τι συνδέεται με την –κατά το δυνατόν– ανόθευτη αυτενέργεια των πολιτών στην ενασχόλησή τους με τα του οίκου και του δήμου τους.
Στη συνέχεια, όμως, εμφανίστηκαν οι «γνωρίζοντες» πώς να απορροφούν πόρους, η διαίρεση σε επαΐοντες και λαουτζίκο, η αλαζονεία των κρατούντων, οι οποίοι ως τέτοιοι κατοχύρωσαν τη δυνατότητα να εκλέγονται ξανά και ξανά, να συντηρούν την αυλή τους, αυτή να νομιμοποιείται από εκπροσώπους του θεού και του κράτους, και ούτω καθεξής.
Ποιος –και κυρίως πώς– μπορεί να βάλει φρένο σε αυτή την αλλοίωση των δημοκρατικών ηθών, που προκύπτει από κρατικές επιδιώξεις, χωρίς να χρειαστεί να γυρίσει ο κόσμος ανάποδα;
ΓΙΩΡΓΟΣ ΚΑΤΣΑΪΤΗΣ
Είναι ο εκδότης - διευθυντής της Ενημέρωσης. Έχει σπουδάσει και εργαστεί ως μηχανικός και ηλεκτρονικός. Δημοσιογραφεί από τις αρχές της δεκαετίας του 1980. Έχει συνεργαστεί με σχεδόν όλες τις αθηναϊκές εφημερίδες. Διετέλεσε πρόεδρος του Συνδέσμου Ημερησίων Περιφερειακών Εφημερίδων, τον οποίον υπηρέτησε και από τη θέση του γενικού γραμματέα στο δ.σ. επί οκτώ χρόνια. Πιστεύει πως η ισχυρότερη ιδιότητα του δημοσιογράφου στην ενημέρωση είναι το ενδιαφέρον του για τα κοινά και στην επικοινωνία η έντιμη και ανιδιοτελής διαμεσολάβηση.
